•   Ημερολόγιο
    Αγιολόγιο
    Νηστείες

    έτους 2 0 1 9
    ΔΩΡΕΑΝ
    ΕΔΩ !!


                English posts (World flag image: Salvatore Vuono) 



  • Εικονική
    Περιήγηση
     
    Virtual - tour !!

  • Η ενορία μας


    Ο περικαλής ναός μας βρίσκεται στην οδό

    Παπαστράτου 16 &
    Αγίου Στυλιανού 42
    Αθήνα, 11476


    Τηλέφωνο – Φαξ 
    210 – 6464274

    Χάρτες & οδηγίες πρόσβασης
    προς το ναό μας:  Δείτε
    εδώ


     
    Στείλτε μας μήνυμα

    ή στην ηλ. διέυθυνση:
    enas.diabatis at yahoo.gr

    Πιέστε εδώ, αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για μας

Πρόσκληση – προβολή ταινίας (9/12/2012)


Οι κρύες νύχτες του χειμώνα προσφέρονται για ένα ζεστό ρόφημα, ανθρώπινη παρέα, και μια ωραία, χρήσιμη και ωφέλιμη Κινηματογραφική ταινία.

Έτσι, εμείς η νεανική παρέα του αγ. Στυλιανού, σκεφτήκαμε αυτή την Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012, πρώτα ο Θεός, να συναντηθούμε 7:00 μ.μ. στο Νεανικό Κέντρο του ναού μας όπου θα προβάλλουμε την υπέροχη ταινία:

"Fire Proof"(USA-2008) (ο πυροσβέστης)

Ένα θαυμάσιο έργο όπου δείχνει τις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως τις συζυγικές όταν περνούν κρίση. Όμως ο σκηνοθέτης κρύβει ένα μυστικό όπου τελικά πάντα υπάρχει λύση, αρκεί να το θέλεις.
Σας το συνιστούμε ενθέρμως ιδιαίτερα σε ζευγάρια.

Θα ήταν αληθινά χαρά μας αν ήθελες να έρθεις και σύ. Θα σε περιμένουμε!

Η Ενοριακή Νεανική Εστία και ο π.Χρήστος

Λεπτομέρειες για την ταινία μπορείς να διαβάσεις πιο κάτω:

Fire Proof [USA – 2008]

Με την ε­ξαι­ρε­τι­κή σκη­νο­θε­σί­α του (βαπτιστή πάστορα) Alex Kendrick και γυ­ρι­σμέ­νη με κό­στος 500.000 δο­λά­ρια, α­πό την ε­ται­ρί­α Sherwood (της Εκ­κλη­σί­ας των Βα­πτι­στών του Albany της Γε­ωρ­γί­ας των ΗΠΑ), η ται­νί­α “Fire Proof”, α­πέ­φε­ρε κέρ­δη πά­νω α­πό 33.000.000 δο­λά­ρια. Το γε­γο­νός αυ­τό και μό­νο, δεί­χνει τη θερ­μή αν­τα­πό­κρι­ση του κό­σμου σε μια δη­μι­ουρ­γί­α, που προ­σφέ­ρει στον θε­α­τή πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­π’ ό,τι α­πό μια α­πλή δι­δα­κτι­κή ι­στο­ρί­α κι έ­νας πρω­τό­τυ­πος πρα­κτι­κός ο­δη­γός Α­γά­πης.

Κεν­τρι­κό πρό­σω­πο της ται­νί­ας, ο Caleb Holt [KirkCameron], Αρ­χη­γός της Πυ­ρο­σβε­στι­κής Ο­μά­δας της πε­ρι­ο­χής του, νέ­ος, ε­πι­τυ­χη­μέ­νος, ευ­συ­νεί­δη­τος και δυ­να­μι­κός. Ό­λοι οι συ­νερ­γά­τες του τον ε­κτι­μούν και τον σέ­βον­ται για την υ­πευ­θυ­νό­τη­τα και τις ι­κα­νό­τη­τες του. Πα­λεύ­ουν μα­ζί του με τη φω­τιά, σώ­ζουν ζω­ές, προ­στα­τεύ­ουν πε­ρι­ου­σί­ες. Με συν­το­νι­σμέ­νες κι­νή­σεις, με αυ­το­πε­ποί­θη­ση κι α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα. Πολ­λές φο­ρές και με η­ρω­ι­σμό.
Ό­μως, πό­σο ν’ αν­τέ­ξει κα­νείς την έν­τα­ση μιας τέ­τοι­ας ζω­ής, ό­ταν δεν έ­χει την α­πο­δο­χή της ί­διας της γυ­ναί­κας του; Τι να πε­ρι­σώ­σει α­πό τον ε­αυ­τό του, που δι­χά­ζε­ται μό­λις ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι του; Κι ό­ταν α­κό­μα θα έ­χει αν­τι­με­τω­πί­σει την πυρ­κα­γιά του ε­γω­ι­σμού του, πως να κα­τα­σι­γά­σει στη συ­νέ­χεια τη φλό­γα που πυ­ρώ­νει τη συ­νεί­δη­ση του και το ε­πα­να­στα­τη­μέ­νο πνεύ­μα του; 

Η γυ­ναί­κα του Catherine [Erin Bethea], υ­πήρ­ξε για έ­να δι­ά­στη­μα ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρος άν­θρω­πος στη ζω­ή του Κά­λεμπ. Τι άλ­λα­ξε α­πό τό­τε; Πως γλί­στρη­σε η ευ­τυ­χί­α μέ­σα α­πό τα χέ­ρια του; Ε­κεί­νη τον α­γνο­εί υ­πε­ρο­πτι­κά, τον κα­τη­γο­ρεί σε κά­θε ευ­και­ρί­α, α­πορ­ρί­πτει τις ε­νέρ­γει­ες, τις προ­θέ­σεις και τα ό­νει­ρα του. Κι ε­κεί­νος, με πλη­γω­μέ­νη την υ­πε­ρη­φά­νεια του, με θιγ­μέ­νη την αν­δρι­κή του α­ξι­ο­πρέ­πεια, με­τά α­πό κά­θε σύγ­κρου­ση που ε­πι­τεί­νει την αν­τι­πα­λό­τη­τα τους, α­πο­σύ­ρε­ται στο κομ­πι­ού­τερ του για να κα­τα­στεί­λει την ε­σω­τε­ρι­κή του τα­ρα­χή.

Κά­ποι­α στιγ­μή η κρί­ση στη σχέ­ση τους κο­ρυ­φώ­νε­ται. Ο Κά­λεμπ, εκ­προ­σω­πών­τας ό­λους τους άν­δρες που φθά­νουν στα ό­ρια της α­νο­χής και της αν­το­χής τους, ό­ταν ο γά­μος τους εί­ναι φα­νε­ρό πως α­πέ­τυ­χε, παίρ­νει την ο­ρι­στι­κή του α­πό­φα­ση. Το δι­α­ζύ­γιο εί­ναι η μό­νη λύ­ση για να ξα­να­βρεί τον ε­αυ­τό του, την η­ρε­μί­α του, να κυ­νη­γή­σει α­πε­ρί­σπα­στος τις φι­λο­δο­ξί­ες του, να δη­μι­ουρ­γή­σει, να αι­σθαν­θεί ε­λεύ­θε­ρος α­πό το βά­ρος των ε­πι­κρί­σε­ων της που του φθεί­ρει τη ζω­ή.

«Πο­τέ δεν α­φή­νου­με συ­νά­δελ­φο πί­σω», εί­ναι το α­ξί­ω­μα που ο­φεί­λει να θυ­μά­ται και να ε­φαρ­μό­ζει πάν­το­τε έ­νας πυ­ρο­σβέ­στης, αν­τι­με­τω­πί­ζον­τας μια πυρ­κα­γιά. Ό­μως στην πυρ­κα­γιά της σχέ­σης τους που α­φα­νί­ζει τα κοι­νά ό­νει­ρα, τα α­μοι­βαί­α αι­σθή­μα­τα, τη συν­τρο­φι­κό­τη­τα του γά­μου και τη στοι­χει­ώ­δη ε­πι­κοι­νω­νί­α α­κό­μα με­τα­ξύ τους, έ­χουν πά­ψει πια να λει­τουρ­γούν σαν ο­μά­δα, ο κα­θέ­νας α­φή­νει τις μι­κρές α­να­μνή­σεις του να δι­α­λύ­ον­ται σε στά­χτες και α­πο­κα­ΐ­δια, ο­χυ­ρώ­νε­ται στην πυ­ράν­το­χη στο­λή του ε­γω­ι­σμού του, α­δι­α­φο­ρών­τας για την τύ­χη του άλ­λου. Το δι­α­ζύ­γιο εί­ναι α­να­πό­φευ­κτο.

Ε­νη­με­ρώ­νει τους γο­νείς του για την α­πό­φα­ση του και έκ­πλη­κτος μα­θαί­νει α­πό τον πα­τέ­ρα του, ό­τι σε πα­ρό­μοι­ο ση­μεί­ο εί­χαν φθά­σει κι ε­κεί­νοι πριν α­πό χρό­νια και αν σώ­θη­κε ο γά­μος τους και ζουν μέ­χρι τώ­ρα α­γα­πη­μέ­νοι, το ο­φεί­λουν στο ό­τι δέ­χθη­καν τον Χρι­στό στην καρ­διά τους μέ­σα α­πό έ­να πρό­γραμ­μα με ο­δη­γί­ες, μί­α την η­μέ­ρα, που θα πρέ­πει να ε­φαρ­μό­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά ε­πί 40 μέ­ρες. Για το χα­τί­ρι του πα­τέ­ρα του, υ­πό­σχε­ται ό­τι θα α­κο­λου­θή­σει κι ε­κεί­νος της ο­δη­γί­ες του προ­γράμ­μα­τος “Τολ­μή­στε την Α­γά­πη” – “Love Dare”, α­να­βάλ­λον­τας για το δι­ά­στη­μα αυ­τό, κά­θε δι­κή του ε­νέρ­γεια αν­τί­θε­τη με τις ο­δη­γί­ες της η­μέ­ρας. Αν και θε­ω­ρεί βέ­βαι­η την α­πο­τυ­χί­α της προ­σπά­θειας του, εί­ναι α­πο­φα­σι­σμέ­νος να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση του.Ί­σως η συγ­κα­τά­θε­ση αυ­τή του Κά­λεμπ, να α­πο­τε­λεί και δείγ­μα της κα­λής προ­αί­ρε­σης του, να προ­σπα­θή­σει να σώ­σει τον γά­μο του. Συ­νή­θως τα παι­διά και ι­δι­αί­τε­ρα τα α­γό­ρια, αμ­φι­σβη­τούν την ι­κα­νό­τη­τα του πα­τέ­ρα τους να τα συμ­βου­λεύ­σει σω­στά και προ­τι­μούν να α­πο­δεί­ξουν, τό­σο στον ε­αυ­τό τους ό­σο και στο πα­τέ­ρα τους, δι­α­κιν­δυ­νεύ­ον­τας ί­σως μια α­πο­τυ­χί­α, την ορ­θό­τη­τα της δι­κής τους κρί­σης. Ό­μως πο­τέ δεν θα υ­πάρ­ξει άν­θρω­πος που θα πο­νέ­σει την α­στο­χί­α, τη μο­να­ξιά και τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­πο­μά­κρυν­ση των παι­δι­ών, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους γο­νείς και έ­νας πα­τέ­ρας, πάν­το­τε έ­χει με πολ­λή α­γά­πη, στορ­γι­κά φυ­λαγ­μέ­νες για τον γιο του τις εμ­πει­ρί­ες της ζω­ής του, για τη στιγ­μή που ε­κεί­νος θα τις χρεια­σθεί.     
Ο Κά­λεμπ έ­χει μια ξε­κά­θα­ρη σχέ­ση με τον πα­τέ­ρα του και α­νοι­κτή την καρ­διά του να δε­χθεί με ει­λι­κρί­νεια τις υ­πο­δεί­ξεις του.Οι πρώ­τες μέ­ρες του ο­δη­γού Α­γά­πης αρ­χί­ζουν με α­πλές εν­το­λές, που ό­μως μοιά­ζουν δύ­σκο­λες στην ε­φαρ­μο­γή τους, προ­σκρού­ον­τας στον ε­γω­ι­σμό και στη δυ­σπι­στί­α και των δυ­ο τους..

[1η η­μέ­ρα] – “Μην πεις τί­πο­τα το αρ­νη­τι­κό”, [2η] – “Κά­νε μια α­πρό­σμε­νη κί­νη­ση κα­λής θέ­λη­σης”, [3η] – “Α­γό­ρα­σε και πρό­σφε­ρε της κά­τι, να δει ό­τι την σκέ­φτη­κες”, [4η] – “Δεί­ξε της λί­γο εν­δι­α­φέ­ρον, ρώ­τη­σε την αν χρει­ά­ζε­ται κά­τι”.

Κά­θε μέ­ρα μια και­νούρ­για ε­νέρ­γεια, κά­θε μέ­ρα έ­να ε­πι­πλέ­ον πλη­σί­α­σμα ή μάλ­λον μια α­κό­μα α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια για πλη­σί­α­σμα. Και εί­ναι φυ­σι­κό. Για­τί υ­πάρ­χουν κά­ποι­ες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές δι­α­φο­ρές α­νά­με­σα στους άν­δρες και τις γυ­ναί­κες. Ό­ταν έ­νας άν­τρας έ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, θέ­λει να μεί­νει μό­νος, να συγ­κεν­τρω­θεί στον ε­αυ­τό του, να σκε­φτεί α­πε­ρί­σπα­στος, να α­να­ζη­τή­σει βα­θιά μέ­σα του τη λύ­ση στο πρό­βλη­μα του. Μια γυ­ναί­κα θέ­λει κά­ποι­ον να του μι­λή­σει, να α­να­λύ­σει το πρό­βλη­μα της, να μοι­ρα­στεί τη φόρ­τι­ση της, να αι­σθαν­θεί συν­τρο­φι­κό­τη­τα την ώ­ρα της α­πό­γνω­σης της. Και πάν­το­τε υ­πάρ­χουν οι πρό­θυ­μες φί­λες να παί­ξουν τον ρό­λο αυ­τό, για την κά­θε μια τους. Δεν α­να­ζη­τά η γυ­ναί­κα μια α­πάν­τη­ση, μια λύ­ση. Εκ­φρά­ζον­τας το πρό­βλη­μα της, το συ­νει­δη­το­ποι­εί κα­λύ­τε­ρα και κα­τα­λή­γει στα δι­κά της συμ­πε­ρά­σμα­τα, που φυ­σι­κά ε­πη­ρε­ά­ζουν οι φί­λες με τις πα­ρα­τη­ρή­σεις τους. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι να κλεί­νε­ται ερ­μη­τι­κά, να ο­χυ­ρώ­νε­ται σε μια σφι­χτή ά­μυ­να, πε­ρι­μέ­νον­τας την ε­πό­με­νη κί­νη­ση του αν­τι­πά­λου. Η ε­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα και η δυ­σπι­στί­α της Κά­θριν, εί­ναι οι ά­μυ­νες της.

Α­πό την πλευ­ρά του ο Κά­λεμπ, αν και γνω­ρί­ζει πως οι ε­νέρ­γει­ες του εί­ναι προς τη σω­στή κα­τεύ­θυν­ση, δυ­σπι­στεί και ο ί­διος στις προ­σπά­θει­ες του αυ­τές. Ε­πι­δι­ώ­κει το πλη­σί­α­σμα της Κά­θριν α­κο­λου­θών­τας τις κα­θη­με­ρι­νές ο­δη­γί­ες, αλ­λά μό­νο για να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση που έ­δω­σε στον πα­τέ­ρα του. Προ­σπα­θεί να προ­βάλ­λει εν­δι­α­φέ­ρον και δι­ά­θε­ση ε­πα­να­σύν­δε­σης, αλ­λά η στα­θε­ρά αρ­νη­τι­κή στά­ση της γυ­ναί­κας του τον ε­ξορ­γί­ζει και οι ε­λά­χι­στες ελ­πί­δες που βα­σί­ζει στην αλ­λα­γή της συμ­πε­ρι­φο­ράς του α­πέ­ναν­τι της, μει­ώ­νον­ται κά­θε μέ­ρα.

[16η μέ­ρα] – “Προ­σευ­χή­σου για κεί­νη”. Οι εν­το­λές γί­νον­ται ου­σι­α­στι­κό­τε­ρες. Πό­σον και­ρό εί­χε να προ­σευ­χη­θεί; Προ­σπα­θεί να κα­τα­στεί­λει την αν­τί­θε­ση του ε­γω­ι­σμού του, να πα­ρα­κα­λέ­σει για βο­ή­θεια, να ε­πε­κτεί­νει τις σκέ­ψεις του για ε­πα­να­σύν­δε­ση σε πραγ­μα­τι­κή α­πο­δο­χή, να ξυ­πνή­σει μέ­σα του την α­γά­πη.

[17η] – “Πρό­σε­χε τι λέ­ει, ό­ταν σου μι­λά”, [18η] – “Με­λέ­τη­σε την κα­λύ­τε­ρα, τι θέ­λει, τι της α­ρέ­σει”…

Να την προ­σέ­ξει; Να την με­λε­τή­σει; Τώ­ρα που ο γά­μος τους θα έ­πρε­πε να α­πο­δί­δει καρ­πούς α­γά­πης και δη­μι­ουρ­γί­ας; Εί­ναι λυ­πη­ρό, τι εί­δους σχέ­σεις δη­μι­ουρ­γούν τα ζευ­γά­ρια στην πλει­ο­νό­τη­τα τους. Ε­πι­δερ­μι­κές, ε­πι­πό­λαι­ες, α­νό­σι­ες και α­νού­σι­ες. Κε­νές.

Η σχέ­ση α­νά­με­σα σε δύ­ο «πρό­σω­πα», πρέ­πει πρώ­τα και πά­νω α­π’ ό­λα, να εί­ναι σχέ­ση κοι­νω­νί­ας. Και η σχέ­ση α­νά­με­σα σε έ­ναν άν­δρα και μια γυ­ναί­κα, η μό­νη ου­σι­α­στι­κή σχέ­ση, να εί­ναι σχέ­ση κοι­νω­νί­ας γά­μου. Μια έ­νω­ση ευ­λο­γη­μέ­νη α­πό τον Θε­ό, ι­κα­νή να αν­τέ­χει την ευ­τυ­χί­α και να α­πο­σβέ­νει τις αν­τι­ξο­ό­τη­τες, μια σχέ­ση βα­θιά προ­σω­πι­κή, με βά­σεις πνευ­μα­τι­κές, α­γά­πη, σε­βα­σμό, με­τρι­ο­πά­θεια και πί­στη. Μια έ­νω­ση, ό­χι ευ­και­ρια­κή, ε­γω­κεν­τρι­κή, α­προ­σα­να­τό­λι­στη, κο­σμι­κή, συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κή, που στην πρώ­τη δο­κι­μα­σί­α δέ­χε­ται τη ρή­ξη σαν δι­έ­ξο­δο, τη δι­ά­λυ­ση σαν πα­ρε­πό­με­νο, το δι­α­ζύ­γιο σαν συμ­βι­βα­σμό, α­πο­δο­χή κι ε­πι­βε­βαί­ω­ση της ελ­λειμ­μα­τι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τας. 

Να εί­ναι μια έ­νω­ση α­πό­λυ­τη, μο­να­δι­κή και για ό­λη τη ζω­ή.

Ό­μως το πνεύ­μα, ό­ταν δεν έ­χει α­πό πού να κρα­τη­θεί, χά­νε­ται σε μια πο­ρεί­α χω­ρίς προ­ο­ρι­σμό. Ό­ταν δεν τρέ­φε­ται με στό­χους, αι­σθή­μα­τα και ι­δέ­ες, βυ­θί­ζε­ται στην α­νί­α, α­κο­λου­θεί το έν­στι­κτο και στην κα­λύ­τε­ρη εκ­δο­χή, συμ­βι­βά­ζε­ται σε έ­να ρό­λο α­μέ­το­χου πα­ρα­τη­ρη­τή και υ­πο­βι­βά­ζει τη δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα του σε α­πα­σχό­λη­ση και τη δι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα του σε ε­πι­φα­νεια­κούς πλα­τεια­σμούς. Κα­μιά θε­ω­ρί­α ή συμ­βου­λή δεν ε­παρ­κεί για να α­να­τρέ­ψει μια τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση. Τα λό­για μέ­χρι να μορ­φο­ποι­η­θούν σε έρ­γα, χά­νουν τη δύ­να­μη τους. Ο ο­δη­γός «Τολ­μή­στε την Α­γά­πη» ω­στό­σο, σαν μια σύγ­χρο­νη ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δος, εί­ναι πρά­ξη, ά­με­ση ε­φαρ­μο­γή, χω­ρίς χρο­νο­βό­ρες ψυ­χο­δυ­να­μι­κές α­να­λύ­σεις και α­να­δρο­μές. Οι εν­το­λές προ­ά­γουν πα­ράλ­λη­λα δυ­ο ά­ξο­νες. Προ­ο­δευ­τι­κή αύ­ξη­ση των μη­νυ­μά­των και εκ­δη­λώ­σε­ων α­γά­πης και αν­τί­στοι­χα προ­ο­δευ­τι­κή μεί­ω­ση και α­πο­δυ­νά­μω­ση των σω­ρευ­μέ­νων αν­τι­θέ­σε­ων και αν­τι­στά­σε­ων. Ό­χι τό­σο σ’ αυ­τόν που ε­πι­δι­ώ­κεις να πλη­σιά­σεις με τις εκ­δη­λώ­σεις σου, ό­σο σε σέ­να που ε­φαρ­μό­ζεις τις ο­δη­γί­ες.

Ο Κά­λεμπ μέ­ρα με τη μέ­ρα, ε­νερ­γών­τας προς την κα­τεύ­θυν­ση της Κά­θριν, ε­πη­ρε­ά­ζε­ται α­συ­νεί­δη­τα ο ί­διος, εκ­παι­δεύ­ε­ται στο ν’ α­γα­πά. Πε­ρι­μέ­νει να δει α­πο­τε­λέ­σμα­τα στη συμ­πε­ρι­φο­ρά της Κά­θριν και δεν αν­τι­λαμ­βά­νε­ται τις αλ­λα­γές που γί­νον­ται στον ί­διο. Αρ­γό­τε­ρα θα αν­τι­λη­φθεί, πως οι αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις και ο κό­σμος ο­λό­κλη­ρος μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν, μό­νο ό­ταν αλ­λά­ζου­με ε­μείς τον ε­αυ­τό μας.

[19η μέ­ρα] – “Ε­τοί­μα­σε της μια έκ­πλη­ξη, κά­τι ι­δι­αί­τε­ρο, κά­τι ξε­χω­ρι­στό.”
Έ­να δεί­πνο στο σπί­τι με κε­ριά, με­τά α­πό μια κου­ρα­στι­κή μέ­ρα δου­λειάς, θα εί­ναι ό­τι πρέ­πει. Προ­ε­τοι­μα­σί­ες, κα­λο­στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι με πολ­λή φρον­τί­δα, ζε­στή α­τμό­σφαι­ρα που χα­λα­ρώ­νει, δι­α­κρι­τι­κό η­μί­φως που υ­πό­σχε­ται. Σή­με­ρα, ο Κά­λεμπ συμ­με­τέ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο στην ε­φαρ­μο­γή των ο­δη­γι­ών. Σκέ­φτε­ται την Κά­θριν, την προ­ο­πτι­κή ε­πα­να­σύν­δε­σης τους. Το μή­νυ­μα του εί­ναι πια ξε­κά­θα­ρο. Η προσ­δο­κί­α του τον κά­νει ν’ α­δη­μο­νεί.Λά­θος του. Πι­κρή α­πο­γο­ή­τευ­ση και πά­λι. Κα­μιά αν­τα­πό­κρι­ση. Δυ­σπι­στί­α, προ­βλη­μα­τι­σμός, α­πο­μά­κρυν­ση.
Δεν πά­ει άλ­λο. Εί­ναι πε­ριτ­τή πια κά­θε προ­σπά­θεια. Πο­τέ δεν θα ται­ριά­ξουν τις δι­α­φο­ρές τους, σαν α­λά­τι και πι­πέ­ρι, στο ί­διο σετ. Εί­ναι μά­ται­ο να ε­πι­μέ­νει σε μια χα­μέ­νη υ­πό­θε­ση. Δεν υ­πάρ­χει ε­πι­στρο­φή.
Η συ­νάν­τη­ση με τον πα­τέ­ρα του εί­ναι σύν­το­μη και μου­δι­α­σμέ­νη. Λί­γα λό­για.
Η ε­κλε­πτυ­σμέ­νη ψυ­χή του, χω­ρίς θυ­μό α­πό την α­πόρ­ρι­ψη, αλ­λά με πο­λύ πό­νο.

Χρι­στέ μου!
Ε­σω­τε­ρι­κή α­να­ζή­τη­ση, βα­θιά, κά­θε­τη, α­πο­γυ­μνω­μέ­νη α­πό ε­πι­θυ­μί­ες.
Η σκλη­ρή α­λή­θεια α­στρά­φτει ξαφ­νι­κά στο μυα­λό του και τον κα­τα­κε­ραυ­νώ­νει. Σαν α­στρα­πή που φω­τί­ζει τα πάν­τα, χω­ρίς να σβή­νει. Α­να­φέ­ρε­ται στον Χρι­στό ζη­τών­τας βο­ή­θεια, σαν να τη δι­και­ού­ται, σαν να την α­ξί­ζει. Εί­ναι δυ­να­τόν; Για πρώ­τη φο­ρά συ­νει­δη­το­ποι­εί κα­θα­ρά, πως Ε­κεί­νος σταυ­ρώ­θη­κε, θυ­σι­ά­στη­κε γι’ αυ­τόν, ό­χι α­ό­ρι­στα για ό­λους τους αν­θρώ­πους, αλ­λά και γι’ αυ­τόν προ­σω­πι­κά. Και πε­ρι­μέ­νει τό­σα χρό­νια τη δι­κή του αν­τα­πό­κρι­ση. Με υ­πο­μο­νή, α­γα­πών­τας τον πάν­τα. Βο­η­θών­τας τον δι­α­κρι­τι­κά, στορ­γι­κά. Πα­ρα­βλέ­πον­τας την α­δι­α­φο­ρί­α του, την α­πι­στί­α του, την α­μέ­λεια, την α­πόρ­ρι­ψη του.

Κι ε­κεί­νος τι έ­κα­με για την Κά­θριν; Της ε­τοί­μα­σε έ­να δεί­πνο, της α­γό­ρα­σε λί­γα λου­λού­δια και της φέρ­θη­κε α­νε­κτά για δυ­ο ε­βδο­μά­δες. Και δεν αν­τέ­χει άλ­λο να α­να­μέ­νει την αν­τα­πό­κρι­ση της. Δεν αν­τέ­χει, το να μην την συγ­κι­νεί ο ε­γω­ι­σμός του, να μην τον αγ­κα­λιά­ζει, ε­νώ ξέ­ρει κα­λά πως δεν την α­γά­πη­σε α­λη­θι­νά πο­τέ.
Νοι­ώ­θει σαν να δι­α­λύ­θη­κε έ­να θο­λό πέ­πλο που πα­ρα­μόρ­φω­νε την ό­ρα­ση του. Βλέ­πει τον κό­σμο σαν να ‘ναι για πρώ­τη φο­ρά
Αι­σθά­νε­ται ο­λο­κλη­ρω­τι­κά ε­κτε­θει­μέ­νος, συγ­κλο­νι­σμέ­νος α­πό βα­θιά ντρο­πή, που σαν δι­ά­φα­νη μά­σκα κα­λύ­πτει το πρό­σω­πο του.
Δεν έ­χει να αν­τι­με­τω­πί­σει πια τον ε­γω­ι­σμό του, στη σχέ­ση του με την Κά­θριν. Έ­χει να αν­τι­με­τω­πί­σει τη συ­νεί­δη­ση του, στη σχέ­ση του με τον Χρι­στό.

Συ­νε­χί­ζει να α­κο­λου­θεί τις κα­θη­με­ρι­νές ο­δη­γί­ες, έ­χον­τας πια αν­τι­λη­φθεί πως δεν α­πο­βλέ­πει στην αν­τα­πό­κρι­ση της Κά­θριν, αλ­λά για­τί ο ί­διος ο­φεί­λει να προ­σφέ­ρει τα πάν­τα στη σχέ­ση του μα­ζί της, στην α­πο­κα­τά­στα­ση της σχέ­σης του με τον Χρι­στό. 
[23η μέ­ρα] – “Φυ­λά­ξου α­πό πα­ρά­σι­τα που μπαί­νουν α­νά­με­σα σας, στο γά­μο σου, με τη μορ­φή τζό­γου, ναρ­κω­τι­κών και πορ­νο­γρα­φί­ας. Οι γά­μοι σπά­νια ε­πι­βι­ώ­νουν ό­ταν υ­πάρ­χουν πα­ρά­σι­τα.”
Κά­νει κομ­μά­τια τον υ­πο­λο­γι­στή του και την ο­θό­νη και τα πε­τά στα σκου­πί­δια. Με μα­νί­α δι­α­λύ­ει το νο­ση­ρό πα­ρελ­θόν, σβή­νει μια δι­α­φυ­γή ντρο­πής α­π’ τη ζω­ή του. Δεν έ­χει α­νάγ­κη πια μια ει­κο­νι­κή χα­ρά. Έ­χει να δι­εκ­δι­κή­σει την α­γά­πη της γυ­ναί­κας του.
Της ε­ξο­μο­λο­γεί­ται τη με­τα­στρο­φή του, τη λύ­πη του, της ζη­τά συγ­γνώ­μη, πα­ρα­δέ­χε­ται πως α­γα­πού­σε άλ­λα πράγ­μα­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κεί­νη.Η Κά­θριν δυ­σκο­λεύ­ε­ται να αν­τι­λη­φθεί τι του συμ­βαί­νει, να τον πι­στέ­ψει. Η κλο­νι­σμέ­νη εμ­πι­στο­σύ­νη της εί­ναι δύ­σκο­λο να ξα­να­χτι­στεί. Τον Κά­λεμπ, δεν τον α­πα­σχο­λούν ό­μως οι αν­τι­δρά­σεις της. Νοι­ώ­θει τον Χρι­στό στην καρ­διά του και Τον βλέ­πει στα μά­τια της κά­θε φο­ρά που ε­κεί­νη τον κοι­τά­ζει.

Η εμ­πι­στο­σύ­νη της θα α­πο­κα­τα­στα­θεί τε­λι­κά, ό­ταν μά­θει τυ­χαί­α τη θυ­σί­α που έ­κα­με γι’ αυ­τήν κρυ­φά ο Κά­λεμπ, δί­νον­τας ό­λα τα χρή­μα­τα που μά­ζευ­ε α­πό και­ρό, για να βο­η­θη­θεί η μη­τέ­ρα τη­ς  στο Νο­σο­κο­μεί­ο. Θα τρέ­ξει κον­τά του και θα πέ­σει α­νε­πι­φύ­λα­κτα στην αγ­κα­λιά του. Μια θυ­σί­α, πάν­το­τε φέ­ρει καρ­πούς.

Το ό­νει­ρο του Κά­λεμπ, να α­γο­ρά­σει έ­να α­λι­ευ­τι­κό σκά­φος, δεν θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί πο­τέ. Εί­ναι η δι­κή του μι­κρή, ε­λά­χι­στη ευ­χα­ρι­στια­κή προ­σφο­ρά στον Χρι­στό, μέ­σω της Κά­θριν και νοι­ώ­θει για πρώ­τη φο­ρά στην καρ­διά του α­λη­θι­νή ευ­τυ­χί­α.

Ό­πως γρά­φει ο Χρή­στος Γι­αν­να­ράς στο Σχό­λιο του στο Ά­σμα Α­σμά­των, «Α­γά­πη ση­μαί­νει να πα­ραι­τεί­σαι α­πό την α­παί­τη­ση της ζω­ής, για χά­ρη της ζω­ής του Άλ­λου. Να ζεις στο μέ­τρο που δί­νε­σαι, για να δε­χθείς την αυ­το­προ­σφο­ρά του Άλ­λου. Ό­χι να υ­πάρ­χεις και ε­πι­πλέ­ον να α­γα­πάς. Αλ­λά να υ­πάρ­χεις, μό­νο ε­πει­δή α­γα­πάς και στο μέ­τρο που α­γα­πάς.»

Για­τί ο Άλ­λος, εί­ναι για σέ­να η Α­γά­πη, για­τί η Α­γά­πη εί­ναι ο Χρι­στός, για­τί Του το ο­φεί­λεις να α­γα­πάς, να τι­μάς, να σέ­βε­σαι και να θυ­σι­ά­ζε­σαι για τη γυ­ναί­κα σου, ό­πως ε­κεί­νη εί­ναι, ό­πως σου φέ­ρε­ται, ό­σο λί­γο κι αν νο­μί­ζεις πως σ’ α­γα­πά, ό­πως κι αν σε αν­τι­με­τω­πί­ζει. Για­τί η σχέ­ση σου, η κοι­νω­νί­α σου με τον Άλ­λο, εί­ναι το μέ­τρο της κοι­νω­νί­ας, της σχέ­σης σου με τον Χρι­στό.

Μ. Ψ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: